γενεσιαλόγος
γενεσιᾱλόγος ( γενει-ολόγος, Gloss.), ὁ,
- = γενεθλιαλόγος, Ach.Tat. Intr. Arat. 23, v.l. in Artem. 2.69.
autor de horóscopos, astrólogo Ach.Tat.Intr.Arat.23, Artem.2.69 (var.), Gloss.l.c.
γενεσια·λόγος, ου (ὁ) c. γενεθλιαλόγος, Artém. 2, 69.
Étym. γενέσιος, λέγω.
γενεσιαλόγος, = γενεθλιαλόγος, Artemid. 2.69.