γενεσιαρχικός Save LSJ DGE γενεσι-αρχικός, ή, όν, = γενεαρχικός, χωρία Just. Nov. 21.2. γενεσιαρχικός -ή, -όν patrimonial χωρία Iust.Nou.21.2, cf. γενεαρχικός.