γενεσιάρχης
γενεσιάρχης, creator
γενεσι-άρχης, ου, ὁ,
- creator, τοῦ κάλλους LXX Wi. 13.3; of the Sun, Jul.Astr. in Cat.Cod.Astr. 1.136.2.
creador
τοῦ κάλλους
κτίστης καὶ γ. τῆς ὅλης κτίσεώς τε καὶ οὐσίας
γενεσι·άρχης, ου (ὁ) c. γενάρχης, Spt. Sap. 13, 3.
Étym. γένεσις, ἄρχω.
γενεσιάρχης, ὁ, = γενάρχης, Sp.