Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διφρουλκία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δίφρακτος
δίφραξ
διφράς
διφρεία
διφρελάτειρα
δίφρευσις
διφρευτής
διφρευτική
διφρευτικός
διφρεύω
διφρηλασία
διφρηλάτας
διφρηλατέω
διφρηλάτης
διφρήλατος
διφρηφόρος
Διφρίδας
διφρίδιον
διφρίον
δίφριος
δίφρις
διφρίσκος
Δίφροι
δίφρον
δίφροντις
διφροπηγία
διφροπηγός
διφροποιός
δίφρος
διφρουλκέω
διφρουλκία
διφρουργία
διφροῦχος
διφροφορέω
διφροφόρος
διφρυγής
διφυέω
διφυής
διφυΐα
δίφυιος
δίφυλλος
διφυσίτης
δίφυσος
διφωνία
δίφωνος
δίχα
διχάδε
διχάδεια
διχάζω
δίχαιος
διχαίτης
διχαίω
διχάλα
διχάλκηρος
διχαλκιαῖος
δίχαλκον
δίχαλος
διχαλός
διχάμετρος
διχανδόν
δίχανον
…
διφρουλκία
Save
DGE
διφρουλκία
-ας, ἡ
arrastre por un carro
del cuerpo de Héctor
, Tz.
ad Lyc
.261.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}