Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διφροπηγός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δίφουρα
δίφρα
δίφραγες
δίφρακον
δίφρακτος
δίφραξ
διφράς
διφρεία
διφρελάτειρα
δίφρευσις
διφρευτής
διφρευτική
διφρευτικός
διφρεύω
διφρηλασία
διφρηλάτας
διφρηλατέω
διφρηλάτης
διφρήλατος
διφρηφόρος
Διφρίδας
διφρίδιον
διφρίον
δίφριος
δίφρις
διφρίσκος
Δίφροι
δίφρον
δίφροντις
διφροπηγία
διφροπηγός
διφροποιός
δίφρος
διφρουλκέω
διφρουλκία
διφρουργία
διφροῦχος
διφροφορέω
διφροφόρος
διφρυγής
διφυέω
διφυής
διφυΐα
δίφυιος
δίφυλλος
διφυσίτης
δίφυσος
διφωνία
δίφωνος
δίχα
διχάδε
διχάδεια
διχάζω
δίχαιος
διχαίτης
διχαίω
διχάλα
διχάλκηρος
διχαλκιαῖος
δίχαλκον
δίχαλος
…
διφροπηγός
Save
Pape
διφροπηγός
, ὁ,
der Wagenbauer
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}