διαμνημονεύω
διαμνημονεύω, to call to mind, remember
- remember distinctly, abs., Hdt. 3.3, Lys. 23.16, Antipho 5.54; c. gen. pers., Pl. Smp. 180c; τι X. Mem. 1.3.1, Phld. Mort. 30, Plu. Sol. 3, etc.:—Pass., διὰ τούτων διαμνημονεύονται D.S. 12.13.
- 2 mention, record, Th. 1.22; διαμνημονεύεται ἔχων he is mentioned as having, X. Cyr. 1.1.2.
- 3 call to mind, τι Pl. Epin. 976c.
1 recordar, acordarse de c. gen. pers.
ὧν οὐ πάνυ διεμνημόνευε
οὐδαμοῦ Δημοκρίτου
τὸ πρόσφορον
ἃς (προφάσεις) ἀξιῶ καὶ ὑμᾶς διαμνημονεύειν
τούτων δὴ γράψω ὁπόσα ἂν διαμνημονεύσω
ὀροφάς τινας
τὰ δὲ νῦν ἐν βραχεῖ μαθόντες διαμνημονεύωμεν
τὸν ἐθισμόν
γάμον
• c. or. complet. o interr.
δ. ὅτι
recordar queἀφ' ἧς ἂν πλευρᾶς ἄρξῃ τὸ ἄλφα
• c. part.
ἐγὼ διαμνημονεύω σοφοῦ τινος ἀκούσας
recuerdo habérselo escuchado a un sabioοἱ <μὲν> τετελευτηκότες τοῖς ζῶσι διαμνημονεύονται
φύσιν ... τοιαύτην ἔχων διαμνημονεύεται
• abs.
διαμνημονεύοντα οὕτω
conservando un recuerdo talἐὰν γὰρ διαμνημονεύητε
καθ' ὅσον ἔχω διαμνημονεύειν
en tanto en cuanto yo puedo recordar
2 de palabras traer a la memoria, mencionar, reproducir
χαλεπὸν τὴν ἀκρίβειαν αὐτὴν τῶν λεχθέντων διαμνημονεῦσαι ἦν ἐμοί
τὰ μὲν τούτου διαμνημονεύουσιν οἱ πολλοί
τὴν (τοῦ ἔπους) ἀρχήν
λόγους εἰρημένους αὐτοῖς διαμνημονεύουσι
- 1to call to mind, remember, Hdt.; c. gen., Plat.; c. acc., Xen., etc.
- 2to record, mention, Thuc.: Pass., διαμνημονεύεται ἔχειν he is mentioned as having, Xen.