διαμολύνω
διαμολύνω, befoul with writing
διαμολύνω [ῡ],
- befoul with writing, παλίμψηστα Plu. Garr. 2.504d.
emborronar
παλίμψηστα
• fig. desvirtuar
τὸν περὶ τῆς καθαρᾶς φύσεως λόγον
δια·μολύνω [ῡ] souiller profondément, Plut. M. 504d.
διαμολύνω, ganz besudeln, Sp.