διασκοπιάομαι
διασκοπιάομαι, watch as from a σκοπιά
διασκοπιάομαι,
- watch as from a σκοπιά: hence, spy out, σε . . προέηκε διασκοπιᾶσθαι ἕκαστα, of Dolon, Il. 10.388; discern, distinguish, ἀργαλέον . . διασκοπιᾶσθαι ἕκαστον 17.252.
avistar desde la atalaya de donde espiar
σ' Ἕκτωρ προέηκε διασκοπιᾶσθαι ἕκαστα
de Dolón
• distinguir
ἀργαλέον δέ μοί ἐστι διασκοπιᾶσθαι ἕκαστον ἡγεμόνων
δια·σκοπιάομαι-ῶμαι (seul. inf. prés. -ᾶσθαι)
1 observer tout alentour, Il. 10, 388 ||
2 discerner, distinguer, Il. 17, 252.
Étym. διά, σκοπιά.
διασκοπιάομαι, ringsum ausspähen, auskundschaften ; Il. 10.388 ἦ σʼ Ἕκτωρ προέηκε διασκοπιᾶσθαι ἕκαστα | νῆας ἔπι γλαφυράς ; 17.252 ἀργαλέον δέ μοί ἐστι διασκοπιᾶσθαι ἕκαστον | ἡγεμόνων.
διασκοπιάομαι
[δια- 7 10 + σκοπιάομαι fr. σκοπιή.]
- 1
To spy out Il. 10.388.
- 2
To distinguish, discern Il. 17.252.
- 1
διασκοπιάομαι : spy out, Il. 10.388 and Il. 17.252.
διασκοπιάομαι
- Dep. to watch as from a σκοπιά, to spy out, Il.:— to discern, distinguish, Il.