About Report a problem

Menu

διασκοπιάομαι

διασκοπιάομαι, watch as from a σκοπιά

διασκοπιάομαι,
  • watch as from a σκοπιά: hence, spy out, σε . . προέηκε διασκοπιᾶσθαι ἕκαστα, of Dolon, Il. 10.388; discern, distinguish, ἀργαλέον . . διασκοπιᾶσθαι ἕκαστον 17.252.

Saved

Recent