διασκορπίζω
διασκορπίζω, to scatter abroad
- scatter abroad, LXX Ge. 49.7 (v.l.), al.:—Pass., Ev.Jo. 11.52, Plb. 1.47.5, BGU 1049.7 (iv A. D.); squander, οὐσίαν Ev.Luc. 15.13; confound, ib. 1.51; winnow, συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας Ev.Matt. 25.24.
I tr.
1 dispersar, esparcir
ὦ οἱ ποιμένες οἱ διασκορπίζοντες ... τὰ πρόβατα
τοὺς μὲν διεσκόρπισεν, οὓς δὲ ἀπέκτεινε
• diseminar, disgregar
εἴωθε γὰρ τὸ ἐπίχρισμα διασκορπίζειν τὸ συρρυέν
• abs.
θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας
que cosechas donde no sembraste y recoges donde no esparciste
2 dilapidar
διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως
(el hijo pródigo) dilapidó su hacienda viviendo licenciosamenteτὸ δημόσιον
• en buen sent. repartir, distribuir
τὰ ἴδια χρήματα
como obra de beneficencia
3 desbaratar, arruinar, destruir
διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν
desbarató a los soberbios en los proyectos de sus corazonesὁ θεὸς ... διασκορπίζει αὐτούς (τοὺς δαιμονιώδεις λογισμούς)
• en v. med. mismo sent.
τὸ ... ἀσύστατον τοῦ ἐκείνων δόγματος
II intr., en v. med.-pas. dispersarse, esparcirse de plu. y colect.
τὸ δὲ τῶν Βοιωτῶν ἔθνος ... διεσκορπίσθη κατὰ πόλεις
ὑπό τε τοῦ κλύδωνος ... τὸ ῥιπτούμενον ... διασκορπίζεσθαι
διεσκορπίσθησαν ἐν πάσῃ τῇ γῇ
διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί σου
τὰ τέκνα τοῦ θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα
τοὺς Ἰσραηλίτας ... διασκορπιζομένους ὑπ' αὐτῶν εἰς τὰ ὄρη
τῶν ἵππων <διὰ τοῦ σκότους> ... διασκορπισθέντων
διεσκορπ(ισμένοι) φοί(νικες)
• de singulares dispersarse, disiparse
(ἡ ψυχή) τοῖς διαλογισμοῖς ... διασκορπισμένη
διασκορπίζεται γὰρ ἡ ἀτμὶς ὑπὸ τῆς τοῦ ἀνέμου βιαίας κινήσεως
1. van zaken verstrooien, met acc.; abs. strooien:
2. van pers. uiteendrijven:
Strong 1287
†
to scatter abroad, disperse: of sheep, Mt 26:31 = Mk 14:27
(LXX); of persons, Lk 1:51, Ac 5:37, opp. to συνάγω, Jo 11:52; of winnowing grain, Mt 25:24, 26; metaph., of property, to squander, waste: Lk 15:13 16:1.†
- to scatter abroad, NTest.