διασκορπισμός
διασκορπισμός, scattering, dispersal
διασκορπ-ισμός, ὁ,
- scattering, dispersal, LXX Ez. 6.8, al.; confusion, τῆς φορολογίας PTeb. 24.55 (ii B. C.).
1 dispersión
ὁ δ. ὑμῶν ἐν ταῖς χώραις
ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἔσεσθε εἰς κατάραν καὶ εἰς διασκορπισμόν
• desaparición
φεύγοντας δὲ αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ ὀπίσω χωροῦντας δ. λήψεται
2 confusión, desorden
ὑπὸ διασκορπισμὸν τὰ τῆς φορολογίας ἄγειν
διασκορπισμός, οῦ (ὁ) dispersion, Spt. Ezech. 6, 8, etc.
διασκορπισμός, ὁ, die Zerstreuung, LXX.