διασκορπιστικός
διασκορπιστικός, dissipative
διασκορπ-ιστικός, ή, όν,
- dissipative, of waste-products, Antyll. ap. Orib. 6.21.30.
que elimina o disuelve
οἱ ἐν νενήμῳ (περίπατοι) ... διασκορπιστικοὶ τῶν περιττωμάτων
διασκορπιστικός, ή, όν, qui a la propriété de dissiper, Antyll. (Orib. 1, 509, 10 B.-Dar.).
Étym. διασκορπίζω.