διάτραμις
διάτρᾰμις, εως, ὁ, ἡ,
- = λισπόπυγος, Stratt. 74.
διά·τραμις, εως (ὁ, ἡ) [ᾰμ] « au périnée défoncé », v. λισπόπυγος, Stratt. (Poll. 2, 184).
Étym. διά, τράμις.
διάτραμις, = λισπόπυγος, Stratt. bei Poll. 2.184.