διατρανόω
διατρανόω, articulate clearly
διατρᾱνόω,
- articulate clearly, χρωματικὸν γένος Nicom. Harm. 7; βρέφος διατετρανωμένον Theol.Ar. 47: metaph., Iamb. in Nic. p.72 P.
1 formarse o conformarse definitiva o nítidamente
τὸ γὰρ χρωματικὸν καὶ ἐναρμόνιον γένος ... ἐκ τούτου διετράνωσεν
• en v. med. mismo sent.
ἀπ' ἐκείνης (μονάδος) διατρανούμενα
βρέφος διατετρανωμένον
al principio de la gestación
2 expresar claramente
τοῖς ὀνόμασι τούτοις
ταῦτα ... καλῶς διατρανοῦν πειράσομαι
δια·τρανόω-ῶ [ᾱν] (ao. 3 sg. διετράνωσεν) exposer clairement, Nicom. Harm. 7, p. 249, l. 3 Jan, Theol. 47 ; Jambl. V. Pyth. p. 258.
διατρανόω, [ρᾱ], durch und durch verdeutlichen, Iambl. u. Sp.