διατονθορύζω
διατονθορύζω,
- strengthd. for τονθορύζω, φοβερόν τι D.C. 73.8.
refunfuñar
φοβερόν τι
δια·τονθορύζω (seul. ao. 3 pl. διετονθόρυσαν) murmurer entre les dents, gronder, DC. 73, 8.
διατονθορύζω, verstärktes τονθορύζω, DC. 73.8.