διατόνιον Save DGE Bailly 2024 διατόνιον -ου, τό varilla de una cortina, LXX Ex.35.11 • pero expl. como anilla Hsch., cf. διατόναιον. διατόνιον, ου (τὸ) c. διατόναιον, Spt. Ex. 35, 11.