About Report a problem

Menu

διατορεύω

διατορεύω, engrave, chase

διατορ-εύω,
  • engrave, chase, S. Fr. 315; δ. χρυσᾶς φιάλας στεφάνοις ἀμπέλου Aristeas 79; ὁ θεὸς ἐπίσταται τὰ ἑαυτοῦ δημιουργήματα δ. Ph. 1.105; δ. ἐν σησάμῳ γράμμασιν ἔπη Plu. Comm.not. 2.1083e:—Pass., Ael. VH 14.7, Hierocl. p.37 A.

Saved

Recent