διατόρευμα
διατόρευμα, graven work
διατόρ-ευμα, ατος, τό,
- graven work, LXX 3 Ki. 7.17(30).
obra cincelada LXX 3Re.7.17 (ap. crít.).
διατόρευμα, ατος (τὸ), ouvrage ciselé, Spt. 3 Reg. 7, 31.
Étym. διατορεύω.
διατόρευμα, τό, gedrehte Arbeit, LXX.