διατορνεύω
διατορνεύω, round off
διατορ-νεύω,
- round off, Lib. Descr. 30.6.
1 contornear
ἡ λευκότης ... πρὸς τὸ φοίνιγμα διετόρνευσε
2 tornear
λίθους καὶ ξύλα
para esculpir ídolos
δια·τορνεύω, fabriquer au tour, tourner, Plut. M. 1083f, dout. ; Lib. 4, 1071.
διατορνεύω, = τορνεύω ; Liban.; Plut. adv. Stoic. 44.