διαγόρευσις
διαγόρευσις, declaration
διαγόρ-ευσις, εως, ἡ,
- declaration, Porph. ap. Stob. 2.8.42.
prescripción c. gen.
τῶν νόμων δ.
τῶν θείων Γραφῶν
• precepto
τῆς νομικῆς ... διαγορεύσεως
τῶν θείων γραφῶν
διαγόρευσις, εως (ἡ) [ᾰ] prescription, ordre, Porph. (Stob. Ecl. 2, 384) ; Nyss. 2, 879c.
Étym. διαγορεύω.
διαγόρευσις, ἡ, Bestimmung, νόμων Porphyr. bei Stob.