διαδύνω
διαδύνω, to slip through
- slip through a hole or gap, διαδύντες διὰ τοῦ τείχους Th. 4.110; διὰ τούτων ἡ φιλία διαδυομένη X. Mem. 2.6.22: abs., slip through, slip away, Hdt. l.c.; διαδύς Ar. V. 212; μῶν ὁ γέρων πῃ διαδύεται; ib. 396.
- 2 c. acc., evade, shirk, τοῖς διαδυομένοις τὰς λειτουργίας Lys. 21.12, cf. D. 42.23; ὅπῃ . . διαδύσεται τὸν λόγον Pl. Sph. 231c, etc.; τὸ δίκην δοῦναι διαδύς D. 18.133.
I intr.
1 introducirse, penetrar
αὗται (αἱ φῦσαι) ... πολλὸν διαδύνουσαι
τὸ φάρμακον διαδῦναι
τὸ ῥᾳδίως διὰ λεπτότητα διαδῦνον
παντελῶς διαδῦνον τὸ φῶς
οἳ διαδύντες διὰ τοῦ ... τείχους
(πνεῦμα) διαδύνει διὰ τῆς σαρκός
διαδὺς διά τινος ὑδρορροίας
διέδυ ὁ λίθος διὰ τῆς περικεφαλαίας
διὰ τῶν μαχομένων
κοὐκ ἔστιν ὀπῆς ... διαδῦναι
ἥτις διαδῦναι μὲν τῶν ἐπὶ γῆς πραγμάτων ... ἐδύνατο
διαδὺς λέχριος ἐν θαλάμῳ
διαδὺς ταύτῃ
ἡ φλόξ ... κατωτάτω διαδῦσα
• tb. en v. med., de sabores
ταχὺ καὶ πάντη διαδύνεσθαι
2 hacer un trayecto
ἄγγελον ἢ γραμματοφόρον διαδῦναι ... χρόνῳ πολλῷ
3 escapar
οὐ λέξεις οἷον δράσας διέδυς ἔργον
κατά τινας διαδὺς τῶν ὑπονόμων
II tr.
1 introducirse en o entre
οἱ αἰέλουροι διαδύνοντες ... τοὺς ἀνθρώπους ἐσάλλονται ἐς τὸ πῦρ
τὸν κισσὸν διαδύς
(Ζεύς) διαδὺς ... χαλκελάτους θαλάμους
κώνωψ ἡμετέρης διαδὺς πλέγμα λινοστασίης
διέδυ ῥαφίδος τρῆμα
2 esquivar, rehuir
κοὐκ ἔσθ' ὅπως διαδὺς ἂν ἡμᾶς ἔτι λάθοι
τὸ δίκην δοῦναι διαδύς
διαδῦναι κίνδυνον
- 1to slip through a hole or gap, Thuc., Xen.: absol. to slip through, slip away, Hdt., Ar.
- 2c. acc. to evade, shirk, Dem.