διαδρηπετεύω
διαδρηπετεύω, to run off, go over to
διαδρηπετεύω
δι-επρήστευσε
a correction for διεπρήστευσε, which has no meaning.
- to run off, go over to, Hdt.
διαδρηπετεύω, to run off, go over to