διαειπέμεν Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape Autenrieth Homer διαειπέμεν, διαϝειπάμενος, v. διεῖπον. διαειπέμεν v. διαλέγω. δια·ειπέμεν ou διαειπεῖν, v. διεῖπον. διαειπέμεν, ep. = διειπεῖν, Od. 4.215. διαειπέμεν : see διεῖπον.