διαζευγμός
διαζευγμός, disjoining
δια-ζευγμός, ὁ,
- = διάζευξις, Plb. 10.7.1.
separación, desunión Plb.10.7.1.
διαζευγμός, οῦ (ὁ) séparation, Pol. 10, 7, 1.
Étym. διαζεύγνυμι.
διαζευγμός, ὁ, Trennung, Pol. 10.7.1.