διαζευκτικός
διαζευκτικός, disjunctive
δια-ζευκτικός, ή, όν,
- disjunctive, σύνδεσμος Chrysipp.Stoic. 2.68, A.D. Conj. 216.10; συλλογισμός Chrysipp.Stoic. 2.88; πρὸς τοὺς Ἀμεινίου -κούς (sc. λόγους), title of work by Chrysipp., Stoic. 2.7. Adv. -κῶς A.D. Synt. 9.27.
1 gram. disyuntivo
σύνδεσμος
συλλογισμός
πρὸς τοὺς Ἀμεινίου διαζευτικούς (sc. λόγους)
tít. de una obra de Crisipoὁ ‘ἢ’ δ.
2 adv. -ῶς disyuntivamente A.D.Synt.9.27,
κατὰ τοὺς τοιούτους ἅπαντας λόγους οἱ σύνδεσμοι οὐ δ., ἀλλὰ παραδιαζευκτικῶς εἰσιν
διαζευκτικός, ή, όν, disjonctif : σύνδεσμος δ. Dysc. Conj. 482, 9 ; Synt. 26, 6, 18 ; Plut. M. 1026b ; D. Thr. 642, 30 ; DL. 7, 72, conjonction disjonctive.
Étym. διαζεύγνυμι.
διαζευκτικός, ή, όν, trennend, σύνδεσμος, conjunctio disjunctiva, Gramm.