διαδυτικός
διαδυτικός, penetrating
δια-δῠτικός, ή, όν,
- penetrating, ἀήρ Thphr. CP 5.14.1 (Comp.).
penetrante
διαδυτικώτερος μᾶλλον ὁ λεπτός (ἀήρ)
διαδυτικός, ή, όν [ῠ] seul. cp. -ώτερος, pénétrable, Th. C.P. 5, 14, 1.
Étym. διαδύω.
διαδυτικός, ή, όν, durchbringend, Theophr.