διαδράσσομαι
διαδράσσομαι, seize hold of
διαδράσσομαι,
- seize hold of, ἀλλήλων Plb. 1.58.8, Ph. 2.328.
agarrarse c. gen.
ἀλλήλων
τῶν τοῦ διαφερομένου γεννητικῶν
διαδράσσομαι, seize hold of
agarrarse c. gen.
ἀλλήλων
τῶν τοῦ διαφερομένου γεννητικῶν