διαέριος
διαέριος, high in air, transcendental
διᾱέριος, v. sub διηέριος.
que atraviesa el aire, aéreo
ὧδ' αἶψα διηέριαι ποτέονται
tan rápidamente vuelan a través de los airesταινίαι
νῆα ... ἄλλοθεν ἄλλη πέμπε διηερίην
πύργοι
• fig. de abstr.
τῶν Νεφέλης παίδων ἐπὶ τοῦ κριοῦ τὴν διαέριον φυγήν
μὴ θαυμάσῃς ... εἰ μετέωρα καὶ διαέρια δοκῶ σοι λαλεῖν
οἶμος
δι·αέριος, ος, ον [ᾱ] qui traverse les airs, aérien, Luc. Salt. 42 ; A. Tat. 2, 22 ; fig. en parl. de paroles, joint à μετέωρος, Luc. Ic. 1 ||
➳ Ion. διηέριος, A. Rh. 2, 227 ; 4, 953 ; Opp. C. 3, 76 ; 4, 409 ; Q. Sm. 11, 456, etc.
Étym. διά, ἀήρ.
διαέριος, [ᾱ], durch die Luft ; φυγή Luc. salt. 42 ; καὶ μετέωρα λέγειν Icarom. 1 ; a.Sp. Vgl. διηέριος.
διαέριος
Ionic for διηέριος
- high in air, transcendental, Luc.