διαζηλοτυπέομαι
διαζηλοτυπέομαι, engage in rivalry
διαζηλοτῠπέομαι,
- engage in rivalry, τινί Ath. 13.588e; πρός τινα Plb. 36.8.2.
mantener enemistad con, rivalizar
οἱ δὲ διαζηλοτυπούμενοι πρὸς τὸν Σκιπίωνα
• c. dat.
ἡ Λαὶς Φρύνῃ
δια·ζηλοτυπέομαι-οῦμαι [ῠ] (seul. prés.) être rival ou jaloux : πρός τινα, Pol. fr. 61 ; τινι, Ath. 588e, de qqn.
διαζηλοτυπέομαι, eifersüchtig sein, auf Jem., πρός τινα, Pol. frg. 61 ; τινί, Ath. XIII.588e.