διακοσμητικός
διακοσμητικός, regulative
διακοσμ-ητικός, ή, όν,
- regulative, δύναμις Iamb. Myst. 10.6.
ordenador, regulador
ἡ δ. τῶν ὅλων (δύναμις)
νοῦς
αἴτια
διακοσμητικός, ή, όν, propre à mettre en ordre, à régler, Jambl. Myst. 292.
Étym. διακοσμέω.
διακοσμητικός, anordnend, Iambl.