διαλογιστέον
διαλογιστέον, one must calculate
διαλογ-ιστέον,
- one must calculate, Sor. 1.96.
hay que tener en cuenta
ὅτι τῆς ... συστάσεως εὐτονώτερον ὁ οἶνος
διαλογιστέον, vb. de διαλογίζομαι, Sor. Obst. p. 150 Erm.