Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαλουφέω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διάλληλος
διαλλοιόω
διάλλομαι
Δίαλλος
διάλλυδις
διαλλύος
δίαλμα
διαλοάω
διαλογή
διαλογίζομαι
διαλογικός
διαλόγισις
διαλόγισμα
διαλογισμός
διαλογιστέον
διαλογιστής
διαλογιστική
διαλογιστικός
διαλογογράφος
διάλογος
διάλοι
διαλοιδορέομαι
διαλοιδορέω
διαλοιδόρησις
διάλοιπος
δίαλον
διαλοξεύω
διάλοξος
διαλόξως
δίαλος
διαλουφέω
διαλουφῶν
διαλούω
δίαλσις
διαλυγίζω
διαλύγισμα
διαλυκωνίζω
διαλυμαίνομαι
διαλυπέω
διάλυσις
διαλυσίφιλος
διαλύσκω
διάλυσος
διαλυτέον
διαλυτέος
διαλυτής
διαλύτης
διαλυτικός
διαλυτικῶς
διάλυτος
διαλυτός
διαλύτρωσις
διαλύω
διαλφιτόω
διαλωβάομαι
διαλωβάω
διαμαγεύω
διαμαδάω
διαμαθύνω
διαμάλαξις
διαμαλάσσω
…
διαλουφέω
Save
DGE
διαλουφέω
agr.
arrancar
las malas hierbas,
escardar
Hsch., pero cf.
διολουφέω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}