διαλλακτής
διαλλακτής, mediator
- = διαλλακτήρ, E. Ph. 468, Th. 4.60, IG 12(7).3.31 (Amorgos), Arist. Ath. 38.4, etc.
1 jur. árbitro, mediador público:
a) en ciu. griegas fuera de Atenas, similar al διαιτητής aten.
μηδὲ] αἷς ἂν ἡμέραις οἱ διαλλακταὶ τὰς ἀντωμοσίας δίδωσιν
ni en los días en que los árbitros públicos registren los juramentos contradictorios de las partes en litigioἐφ' οἷς διήλλαξαν οἱ διαλλακταί ἀμφοτέρους
de los salaminios
b) esp. en asuntos polít.
τοὺς Ἕλληνας ὁρᾷ δεομένους ἤτοι τινὸς ἑκουσίου ἢ ἀκουσίου διαλλακτοῦ
ὁ τῶν Λακεδαιμονίων βασιλεὺς μετὰ τῶν δέκα διαλλακτῶν ... οὓς αὐτὸς ἐσπούδασεν ἐλθεῖν
ἐποιήσαντο τοὺς Λακεδαιμονίους διαλλακτὰς καὶ δικαστάς
τοῦτον εἵλοντο κοινῇ διαλλακτὴν καὶ ἄρχοντα καὶ νομοθέτην
de SolónἈθηναῖοι ... οὐδὲν ἐμοῦ διαλλακτοῦ δέονται (habla el emperador)
2 gener. mediador, reconciliador
κριτὴς δέ τις θεῶν γένοιτο καὶ δ. κακῶν
διαλλακταὶ γενοίμεθά σοι τε κἀκείνῳ
τῶν ἐπισκόπων δ. καὶ μεσίτης