διαλοιδόρησις
διαλοιδόρησις, railing, abuse
διαλοιδόρ-ησις, εως, ἡ,
- railing, abuse, LXX Si. 27.15.
insulto, injuria LXX Si.27.15.
διαλοιδόρησις, εως (ἡ) injure grossière, Spt. Sir. 27, 5.
Étym. διαλοιδορέομαι.
διαλοιδόρησις, ἡ, das Schmähen, LXX.