δίαλμα
διαλμα, ατος, τό, as gymnastic term,
- = ἅλμα, Sch. Pi. O. 13.39.
deport. salto
πένταθλόν ἐστι πυγμή, πάλη, δ., δίσκος καὶ δίφρος
δίαλμα, τό, Sprung hinüber, Schol. Pind. Ol. 13.39.