διαλλακτήρ
διαλλακτήρ, a mediator
διαλλ-ακτήρ, ῆρος, ὁ,
- mediator, A. Th. 908 (lyr.), OGI 43.2 (iii B.C.), D.H. 2.76, App. Mac. 4, Poll. 1.153.
1 conciliador, mediador
διαλλακτῆρι δ' οὐκ ἀμεμφεία φίλοις
el conciliador no (deja de merecer) el reproche de sus amigos
2 polít. y jur. árbitro, mediador
δικαστὰς καὶ διαλλ[ακτῆρας τοὺ]ς διακρι<ν>οῦντας περὶ τῶν ἀμφ[ισβητουμέν]ων συμβολαίων
εἴ τις αὐτοῖς πρὸς ἀλλήλους συνέστη πόλεμος διαλλακτῆρας ἐποιοῦντο Ῥωμαίους
διαλλακτήρ, ῆρος (ὁ) conciliateur, médiateur, arbitre, Eschl. Sept. 908 ; DH. 2, 76.
Étym. διαλλάσσω.
διαλλακτήρ, ῆρος, ὁ, Aussöhner, Friedensstifter, Aesch. Spt. 908 ; Dion.Hal. 2.76.
διαλλακτήρ
διαλλακτήρ, -ος ὁ
διαλλακτής, οῦ,
from διαλάσσω
- a mediator, Hdt., Aesch.