διαμευστής Save διαμευστής, cheat LSJ DGE Pape διαμευστής, οῦ, ὁ, = ἀλαζών, Hsch.: also διαμευτής (-μέττης cod.), οῦ, ὁ, cheat, Id. διαμευστής -οῦ, ὁ • Alolema: tb. διαμευτής Hsch. tramposo, embaucador Hsch. •De δι-αμεύομαι, cf. ἀμεύομαι, ἀμύνω. διαμευστής, ὁ, Taschenspieler, Hesych.