διάμεστος
διάμεστος, brim-full
διάμεστ-ος, ον,
- brim-full, Antiph. 246; δ. εἰς τὸ ἥμισυ exactly half full, Arist. Pr. 922b36.
lleno completamente c. gen.
τῶν πολλάκις θρυλουμένων (βρωμάτων)
τῶν ὑείων
εἰς τὸ ἥμισυ δ.
lleno hasta la mitadμυκηθμοῦ καὶ στόνου διάμεστον ἦν (τὸ θέατρον)
• medic. pleno
διά·μεστος, ος, ον, entièrement plein, Antiph. (Ath. 45a) ; Arstt. Probl. 19, 50.
διάμεστος, ganz voll, τινός, von etwas, Antiphan. bei Ath. II.45a ; Arist. Probl. 19.50.