διαμιμνῄσκομαι
διαμιμνῄσκομαι, keep in memory
διαμιμνῄσκομαι, only pf. Pass. διαμέμνημαι,
- keep in memory, X. Mem. 1.4.13, D.H. 4.9.
- II make mention of, Ph. 1.509, Lyd. Mag. 1.7.
1 acordarse, recordar c. ac.
ὅσα ἂν ἀκούσῃ
τὰς εὐεργεσίας
• c. gen. tener siempre en la memoria, guardar un constante recuerdo
τῶν σκωμμάτων αὐτοῦ
τῆς οἴκαδε ἐπανόδου
τῶν προστάξεων αὐτοῦ
2 en escritos mencionar c. gen.
τῆς μὲν οὖν πρώτης (ἐκστάσεως) ἐν ταῖς ... γραφείσαις ἄραις διαμέμνηται
διαγράφων βασιλείαν τοῦ θρόνου καὶ τραβέας διαμέμνηται
διαμιμνῄσκομαι
perf. -μέμνημαι
- Dep. to keep in memory, Xen.