διαμηχανάομαι
διαμηχανάομαι, to bring about, contrive
διαμηχᾰν-άομαι,
- bring about, contrive, δ. ὅπως . . Ar. Eq. 917; δ. ζῶν εἰσιέναι ἐς Ἅιδου Pl. Smp. 179d.
1 c. dif. complet. esforzarse por, intentar por todos los medios que c. inf.
δ. ζῶν εἰσιέναι ἐς ᾍδου
ἔξω περισπᾶν
δ. τίνα τρόπον ἀνασοβήσοι με
διαμηχανήσομαί θ' ὅπως ἂν ἱστίον σαπρὸν λάβῃς
τοῦτ' αὐτὸ δ. ὅπως ἂν γίγνηται
2 c. compl. en ac. idear, inventar
τοῦτο
πολλὰ ... πρὸς τὴν συμφορὰν ἀλεξητήρια
προφάσεως
3 emplear, utilizar en v. pas.
διαμεμηχάνεται δὲ καί τινα ἐν τῇ σκηνῇ
δια·μηχανάομαι-ῶμαι [χᾰ] essayer par toute sorte de moyens, avec l’inf. Plat. Conv. 179d ; avec ὅπως, Ar. Eq. 917.
διαμηχανάομαι, dep. med., aussinnen, bewerkstelligen, c. inf., Plat. Symp. 179d ; ὅπως, 213 u. öfter ; Ar. Eq. 917 u. Sp.
διαμηχανάομαι
fut. ήσομαι
- Dep. to bring about, contrive, Ar., Plat.