διαμίσγω
διαμίσγω,
- = διαμίγνυμι, Hp. Mul. 1.64, Ph. Bel. 88.13.
1 tr. entremezclar
τὴν κόνυζαν ἢ τὴν ὀρίγανον
• c. gen. partit.
τῶν δὲ μαλακωτέρων διάμισγε
2 intr. entremezclarse
νότια διαμίσγοντα βορείοισιν
δια·μίσγω (seul. prés.) c. διαμίγνυμι, Hpc. 614, 43.
διαμίσγω, = διαμίγνυμι, Hippocr.