διαμηρίδιον
sent. dud., quizá coito intercrural (cf. ζῶστρα καὶ διαμηρίδια ἐπὶ τῶν τὰ ἰσχυρὰ (prob. l. τὰ αἰσχρὰ) παιζόντων
sent. dud., quizá coito intercrural (cf. ζῶστρα καὶ διαμηρίδια ἐπὶ τῶν τὰ ἰσχυρὰ (prob. l. τὰ αἰσχρὰ) παιζόντων