διαμεμερισμένως
διαμεμερισμένως, separately
διαμεμερισμένως, (διαμερίζω)
- separately, γράφειν Sch. D.T. p.191 H.
1 separadamente
γράφειν
2 paso a paso, parte por parte
ὁ ἰατρὸς ἀπό τινων σημείων προγινώσκει καὶ ἐν χρόνῳ καὶ δ.
διαμεμερισμένως, geteilt, B.A. 787.95.