διαμιγνύω
mezclar
τοὺς ... νόμους ἐν ἔπεσι
αὐτοῖς διαμίγνυθι ῥητίνην πιτυίνην
ἕκαστον δὲ τῶν εἰρημένων ἀλεύρων
διαμιχθέντα δὲ ταῦτα
δια·μιγνύω (part. prés.) entremêler, Plut. M. 1132d.
Étym. cf. le préc.
mezclar
τοὺς ... νόμους ἐν ἔπεσι
αὐτοῖς διαμίγνυθι ῥητίνην πιτυίνην
ἕκαστον δὲ τῶν εἰρημένων ἀλεύρων
διαμιχθέντα δὲ ταῦτα