διάμιλλα
διάμιλλα, fight
διάμιλλ-α [ᾰμ], ἡ,
- fight, of animals, Hierocl. pp. 11,17 A. (pl.).
pelea, lucha entre animales
ἐν ταῖς πρὸς ἕτερα (ζῷα) διαμίλλαις
διάμιλλα, fight
pelea, lucha entre animales
ἐν ταῖς πρὸς ἕτερα (ζῷα) διαμίλλαις