Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαμισθωτικόν
διαμισθωτικόν, rent
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαμεύω
διαμήδομαι
διαμηκίζω
διάμηκος
διαμηκύνω
διαμηνύω
διαμηρίδιον
διαμηρίζω
διαμήριον
διαμηρισμός
διαμηρυκάομαι
διαμηρύομαι
διαμηρύω
διαμηχανάομαι
διαμηχανητέον
διαμίγνυμι
διαμιγνύω
διαμικρολογέομαι
διάμιλλα
διαμιλλάομαι
διαμιλλητέον
διαμιμνῄσκομαι
διαμιμνῄσκω
διαμίμνω
διαμινυρίζομαι
διαμινύρομαι
διαμίσγω
διαμισέω
διαμισθόω
διαμίσθωσις
διαμισθωτικόν
διαμισθωτικός
διαμιστύλλω
διαμίσυος
διάμιτρος
διαμματίζω
διαμμοιρηδά
δίαμμος
διαμνημονευτέον
διαμνημονεύω
διαμνημονικός
διάμνια
διαμοιβή
διάμοιος
διαμοιράζω
διαμοιράομαι
διαμοιρασία
διαμοιράω
διαμοιρηδά
διαμοιρία
διαμοιριστής
διαμολεῖτε
διαμόλιβδος
διαμολύνω
διαμόλυσμα
διαμονή
διαμόνιμος
διαμονομαχέω
διάμονος
διάμορον
διαμορφής
…
διαμισθωτικόν
Save
διαμισθωτικόν, rent
LSJ
διαμισθ-ωτικόν, τό,
rent
of state land,
BGU
475.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}