διαμματίζω
διαμματίζω, knot
διαμμᾰτίζω,
- knot (a cord): pf. Pass., διημματισμένος κάλος Orib. 49.22.8.
hacer un nudo, anudar en v. pas.
κάλος ... διημματισμένος καθ' ἓν πέρας