διαπαννυχισμός
διαπαννυχισμός, complete vigil
διαπαννῠχ-ισμός, ὁ,
- complete vigil, D.H. 2.19.
velada entera
διαπαννυχισμοὶ ἐν ἱεροῖς ἀνδρῶν σὺν γυναιξίν
διαπαννυχισμός, οῦ (ὁ) [ῠ] veille durant toute la nuit, DH. 2, 19.
Étym. διαπαννυχίζω.
διαπαννυχισμός, ὁ, das Durchnachten, die Nachtfeier, pervigilium, Dion.Hal. 2.19.