διαπαντός
διαπαντός, throughout
διαπαντός,
- Adv., later spelling of διὰ παντός, v. διά A. ΙΙ.1.
adv. por διὰ παντός frec. cód. del todo
δουλεύειν
• ref. al tiempo continuamente, siempre
διὰ τὴν πρὸς τὴν πατρίδα δ. τοῦ γένους εὔνοιαν
φυλάξει δ. ἣν εἶχεν ἐξ ἀρχῆς κατάστασιν
τὰς ὑψώσεις ... δ. ἐν τῷ λάρυγγι φέροντες
guardando siempre en la garganta las alabanzasμανθάνειν παρὰ Θεοῦ
ἵνα δυνηθῇς δ. μένειν ἐν τῇ αὐτῇ προθέσει τῆς ἡσυχίας
δια·παντός ou mieux διὰ παντός, v. πᾶς.
διαπαντός, durchgängig, immer ; besser getrennt zu schreiben.
Strong 1275
διαπαντός
adverbδιὰ παντός
- throughout.