διαπαραδίδωμι
διαπαραδίδωμι, hand over
διαπαρα-δίδωμι,
- hand over to a successor, IG 9(2).1109.64,91 (Magn. Thess.).
pasar, entregar
τόδε τὸ ψήφισμα ... τοῖς μετὰ ταῦτα κατασταθησομένοις ἄρχουσιν