Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαπαράγω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διάξιμος
διαξιφίζομαι
διαξιφισμός
διαξοά
διαξόος
διάξυλον
διαξυράομαι
διαξύσιμος
διάξυσμα
διάξυστος
διαξύω
διαομιλέω
διαομιλῶ
διαπαγκρατιάζω
διαπαιγμός
διαπαιδαγωγέω
διαπαιδεύομαι
διαπαιδεύω
διαπαίζω
διαπαίκτης
διαπαλαιόομαι
διαπαλαίω
διαπάλη
διαπάλλω
διαπαλύνω
διαπαννυχίζω
διαπαννυχισμός
διαπαντάω
διαπαντός
διαπαπταίνω
διαπαράγω
διαπαραδίδωμι
διαπαρασιωπάω
διαπαρατηρέομαι
διαπαρατριβή
διαπαρείς
διαπαρθενεία
διαπαρθένευσις
διαπαρθενευτής
διαπαρθενεύω
διαπαρθένια
διαπαρθένια δῶρα
διαπαρθένιος
διαπαρίστημι
διάπαρμα
διαπαροξύνω
διάπαρσις
διάπασμα
διαπασσαλεύω
διαπάσσω
διαπαστέον
διαπάσχω
διαπασῶν
διαπατάω
διαπατέω
διαπατταλεύω
διαπάττω
διάπαυμα
διάπαυσις
διαπαύω
διαπαφλάζω
…
διαπαράγω
Save
Bailly 2024
δια·παράγω
[
ᾰγ
] (
part. prés.
) amener à terme,
Nyss.
2, 177
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}